ment Gresk
4 oversettelser
| Oversettelse | Kontekst | Lyd |
|---|---|---|
|
vanlig
🇪🇪 Ma olen kindel oma ment's
🇬🇷 Είμαι σίγουρος για την αυτοπεποίθησή μου
🇪🇪 Teda iseloomustab tugev ment
🇬🇷 Τον χαρακτηρίζει η ισχυρή αυτοπεποίθηση
|
formell | |
|
vanlig
🇪🇪 Tal on suur ment töös
🇬🇷 Έχει μεγάλη αφοσίωση στη δουλειά
🇪🇪 Ment näitab pühendumust
🇬🇷 Η αυτοπεποίθηση δείχνει αφοσίωση
|
formell | |
|
vanlig
🇪🇪 Ta usub endasse ja oma ment
🇬🇷 Πιστεύει στον εαυτό του και στην αυτοπεποίθησή του
🇪🇪 Ment aitab sul paremini hakkama saada
🇬🇷 Η αυτοπεποίθηση βοηθάς να τα πας καλύτερα
|
daglig bruk | |
|
formell
🇪🇪 Ment on psühholoogiline kontseptsioon
🇬🇷 Η αυτοπεποίθηση είναι ψυχολογική έννοια
🇪🇪 Uuringud näitavad menti rolli edukuses
🇬🇷 Οι έρευνες δείχνουν τον ρόλο της αυτοπεποίθησης στην επιτυχία
|
vitenskapelig |