piloot Gresk
3 oversettelser
| Oversettelse | Kontekst | Lyd |
|---|---|---|
|
vanlig
🇪🇪 Piloot juhtis lennukit
🇬🇷 Ο πιλότος οδήγησε το αεροπλάνο
🇪🇪 Piloot tegi õige otsuse
🇬🇷 Ο πιλότος έκανε τη σωστή απόφαση
|
formell | |
|
vanlig
🇪🇪 Piloot õppis lennukikooli
🇬🇷 Ο αεροπόρος σπούδασε στη σχολή πιλότων
🇪🇪 Tulevasest piloodist sai kogenud lendur
🇬🇷 Ο μελλοντικός αεροπόρος έγινε έμπειρος πιλότος
|
teknisk | |
|
sjelden
🇪🇪 Ta on tõeline piloot autode ehitamisel
🇬🇷 Είναι πραγματικός κατασκευαστής αυτοκινήτων
🇪🇪 Piloot on ka mehaanik
🇬🇷 Ο κατασκευαστής είναι και μηχανικός
|
slang |