bidee Gresk
3 oversettelser
| Oversettelse | Kontekst | Lyd |
|---|---|---|
|
vanlig
🇫🇮 Meillä on kylpyhuoneessa bidee.
🇬🇷 Στο μπάνιο μας υπάρχει μπιντέ.
🇫🇮 Käytätkö bideetä säännöllisesti?
🇬🇷 Χρησιμοποιείς το μπιντέ τακτικά;
|
daglig bruk | |
|
formell
🇫🇮 Bidee on tehokas tapa henkilökohtaiseen hygieniaan.
🇬🇷 Το πλύσιμο με μπιντέ είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος προσωπικής υγιεινής.
🇫🇮 Hotellissa tarjottiin bideen käyttömahdollisuus.
🇬🇷 Στο ξενοδοχείο προσφέρθηκε δυνατότητα χρήσης μπιντέ.
|
formell | |
|
teknisk
🇫🇮 Bidee tunnetaan myös nimellä υδρολουτήρας.
🇬🇷 Το μπιντέ είναι επίσης γνωστό ως υδρολουτήρας.
🇫🇮 Asennamme uuden υδρολουτήρας-järjestelmän kylpyhuoneeseen.
🇬🇷 Εγκαθιστούμε νέο σύστημα υδρολουτήρα στο μπάνιο.
|
teknisk |