pupilli Gresk
3 oversettelser
| Oversettelse | Kontekst | Lyd |
|---|---|---|
|
vanlig
🇫🇮 Pupilli laajenee pimeässä.
🇬🇷 Η κόρη του ματιού διαστέλλεται στο σκοτάδι.
🇫🇮 Lääkäri tutki potilaan pupillit.
🇬🇷 Ο γιατρός εξέτασε τις κόρες του ματιού του ασθενούς.
|
daglig bruk | |
|
vanlig
🇫🇮 Pupilli reagoi valoon nopeasti.
🇬🇷 Η κόρη αντιδρά στο φως γρήγορα.
🇫🇮 Silmän pupilli säätelee valon määrää.
🇬🇷 Η κόρη του ματιού ρυθμίζει την ποσότητα φωτός.
|
standard språk | |
|
teknisk
🇫🇮 Neurologi tarkasti potilaan pupillin reaktiot.
🇬🇷 Ο νευρολόγος εξέτασε τις αντιδράσεις της κόρης.
🇫🇮 Pupillin laajeneminen voi kertoa aivovauriosta.
🇬🇷 Η διαστολή της κόρης μπορεί να υποδηλώνει εγκεφαλική βλάβη.
|
medisinsk |