transistor Gresk
2 oversettelser
| Oversettelse | Kontekst | Lyd |
|---|---|---|
|
teknisk
🏴 O transistor é un compoñente electrónico fundamental.
🇬🇷 Το τρανζίστορ είναι ένα βασικό ηλεκτρονικό εξάρτημα.
🏴 Os transistores úsanse en circuítos electrónicos modernos.
🇬🇷 Τα τρανζίστορ χρησιμοποιούνται σε σύγχρονα ηλεκτρονικά κυκλώματα.
|
teknisk | |
|
formell
🏴 O transistor é un dispositivo de estado sólido feito con material semiconductores.
🇬🇷 Το τρανζίστορ είναι μια συσκευή στερεάς κατάστασης κατασκευασμένη από ημιαγωγούς.
🏴 A función do transistor baséase nas propiedades do material semiconductor.
🇬🇷 Η λειτουργία του τρανζίστορ βασίζεται στις ιδιότητες του ημιαγωγού υλικού.
|
vitenskapelig |