concepto Gresk
4 oversettelser
| Oversettelse | Kontekst | Lyd |
|---|---|---|
|
vanlig
🇪🇸 El concepto de libertad es fundamental en su filosofía.
🇬🇷 Η έννοια της ελευθερίας είναι θεμελιώδης στη φιλοσοφία του.
🇪🇸 ¿Cuál es el concepto detrás de esa teoría?
🇬🇷 Ποια είναι η έννοια πίσω από αυτήν τη θεωρία;
|
formell | |
|
vanlig
🇪🇸 Tengo un concepto claro de lo que quiero.
🇬🇷 Έχω μια σαφή ιδέα για το τι θέλω.
🇪🇸 ¿Puedes explicarme ese concepto?
🇬🇷 Μπορείς να μου εξηγήσεις αυτήν την ιδέα;
|
daglig bruk | |
|
formell
🇪🇸 El concepto en matemáticas es fundamental para entender la teoría.
🇬🇷 Ο συλλογισμός στα μαθηματικά είναι θεμελιώδης για την κατανόηση της θεωρίας.
🇪🇸 Este concepto se utiliza en lógica y filosofía.
🇬🇷 Αυτός ο συλλογισμός χρησιμοποιείται στη λογική και τη φιλοσοφία.
|
teknisk | |
|
sjelden
🇪🇸 El concepto de propiedad está protegido por la ley.
🇬🇷 Η κατάρτιση της ιδιοκτησίας προστατεύεται από το νόμο.
🇪🇸 Se discute el concepto de contrato en el tribunal.
🇬🇷 Συζητείται το concept του συμβολαίου στο δικαστήριο.
|
juridisk |