actuario Gresk
4 oversettelser
| Oversettelse | Kontekst | Lyd |
|---|---|---|
|
formell
🇪🇸 El actuario analiza riesgos y cálculos actuariales.
🇬🇷 Ο ασφαλιστικός αναλυτής αναλύει κινδύνους και ασφαλιστικούς υπολογισμούς.
🇪🇸 Los actuarios trabajan en compañías de seguros.
🇬🇷 Οι ασφαλιστικοί αναλυτές εργάζονται σε ασφαλιστικές εταιρείες.
|
formell | |
|
vanlig
🇪🇸 El actuario realiza cálculos estadísticos para la póliza.
🇬🇷 Ο ασφαλιστικός λογιόφιλος πραγματοποιεί στατιστικούς υπολογισμούς για την ασφάλιση.
🇪🇸 El trabajo del actuario es esencial en la gestión de riesgos.
🇬🇷 Η εργασία του ασφαλιστικού λογιόφιλου είναι ουσιώδης στη διαχείριση κινδύνων.
|
teknisk | |
|
vanlig
🇪🇸 El actuario ayuda a determinar primas de seguros.
🇬🇷 Ο επαγγελματίας ασφαλιστής βοηθά στον καθορισμό ασφαλίστρων.
🇪🇸 Necesito hablar con un actuario sobre mi póliza.
🇬🇷 Χρειάζομαι να μιλήσω με έναν ασφαλιστικό επαγγελματία σχετικά με την πολιτική μου.
|
daglig bruk | |
|
sjelden
🇪🇸 Los actuarios participan en estudios estadísticos avanzados.
🇬🇷 Οι ασφαλιστικοί επιστήμονες συμμετέχουν σε προχωρημένες στατιστικές μελέτες.
🇪🇸 La profesión de actuario requiere conocimientos matemáticos profundos.
🇬🇷 Το επάγγελμα του ασφαλιστικού επιστήμονα απαιτεί βαθιές μαθηματικές γνώσεις.
|
akademisk |