exculpar Gresk
4 oversettelser
| Oversettelse | Kontekst | Lyd |
|---|---|---|
|
vanlig
🇪🇸 El abogado logró exculpar al acusado
🇬🇷 Ο δικηγόρος κατάφερε να αθωώσει τον κατηγορούμενο
🇪🇸 Se exculpó de todos los cargos
🇬🇷 Αθωώθηκε από όλες τις κατηγορίες
|
formell | |
|
formell
🇪🇸 El juez exculpó al acusado
🇬🇷 Ο δικαστής απάλλαξε τον κατηγορούμενο
🇪🇸 El testimonio exculpó al sospechoso
🇬🇷 Η κατάθεση τον απάλλαξε από τις κατηγορίες
|
juridisk | |
|
vanlig
🇪🇸 Él intentó exculparse
🇬🇷 Προσπάθησε να αποποιηθεί τις ευθύνες του
🇪🇸 No quiso exculparse ante la policía
🇬🇷 Δεν ήθελε να αποποιηθεί τις ευθύνες του στην αστυνομία
|
daglig bruk | |
|
vanlig
🇪🇸 El autor exculpa a los personajes de la historia
🇬🇷 Ο συγγραφέας απαλλάσσει τους χαρακτήρες από τις ευθύνες
🇪🇸 El testimonio exculpa al acusado en la novela
🇬🇷 Η κατάθεση απαλλάσσει τον κατηγορούμενο στο μυθιστόρημα
|
litterær |