halu Gresk
4 oversettelser
| Oversettelse | Kontekst | Lyd |
|---|---|---|
|
vanlig
🇪🇸 El niño hizo un halu para llamar la atención
🇬🇷 Το παιδί έκανε χάλο για να τραβήξει την προσοχή
🇪🇸 Su halu fue muy convincente
🇬🇷 Το χάλο του ήταν πολύ πειστικό
|
daglig bruk | |
|
sjelden
🇪🇸 Su halu hacia la propuesta fue evidente
🇬🇷 Η αποστροφή του προς την πρόταση ήταν εμφανής
🇪🇸 El halu del público fue evidente
🇬🇷 Η αποστροφή του κοινού ήταν εμφανής
|
formell | |
|
uformell
🇪🇸 ¡Qué halu más grande!
🇬🇷 Τι μεγάλη έκπληξη!
🇪🇸 Me dio un halu cuando lo vi
🇬🇷 Μου ήρθε μια έκπληξη όταν το είδα
|
slang | |
|
dagligdags
🇪🇸 Me dio un halu de repente
🇬🇷 Μου ήρθε ξαφνικά ένας φόβος
🇪🇸 El susto fue grande
🇬🇷 Ο φόβος ήταν μεγάλος
|
dagligdags |