lactosa Gresk
3 oversettelser
| Oversettelse | Kontekst | Lyd |
|---|---|---|
|
vanlig
🇪🇸 La lactosa es un azúcar presente en la leche.
🇬🇷 Η λακτόζη είναι ένας υδατάνθρακας που βρίσκεται στο γάλα.
🇪🇸 La intolerancia a la lactosa puede causar malestar digestivo.
🇬🇷 Η δυσανεξία στη λακτόζη μπορεί να προκαλέσει πεπτικά προβλήματα.
|
vitenskapelig | |
|
sjelden
🇪🇸 En algunos procesos industriales, la lactosa se usa como aditivo.
🇬🇷 Σε ορισμένες βιομηχανικές διαδικασίες, η λακτόζη χρησιμοποιείται ως πρόσθετο.
🇪🇸 La lactosa se emplea en la producción de productos lácteos especializados.
🇬🇷 Η λακτόζη χρησιμοποιείται στην παραγωγή εξειδικευμένων γαλακτοκομικών προϊόντων.
|
teknisk | |
|
vanlig
🇪🇸 La lactosa es la azúcar que se encuentra en la leche.
🇬🇷 Η λακτόζη είναι η ζάχαρη που βρίσκεται στο γάλα.
🇪🇸 Algunas personas evitan la lactosa en su dieta.
🇬🇷 Ορισμένοι αποφεύγουν τη λακτόζη στη διατροφή τους.
|
daglig bruk |