rudi Gresk
3 oversettelser
| Oversettelse | Kontekst | Lyd |
|---|---|---|
|
vanlig
🇪🇸 Él es un chico rudi.
🇬🇷 Αυτός είναι ένα σκληρό αγόρι.
🇪🇸 El terreno es rudi y difícil de cultivar.
🇬🇷 Το έδαφος είναι σκληρό και δύσκολο να καλλιεργηθεί.
|
daglig bruk | |
|
sjelden
🇪🇸 Su carácter rudi lo hacía temible.
🇬🇷 Ο άγριος χαρακτήρας του τον έκανε φοβερό.
🇪🇸 El mar rudi golpeaba las rocas sin piedad.
🇬🇷 Η άγρια θάλασσα χτυπούσε τα βράχια χωρίς έλεος.
|
litterær | |
|
teknisk
🇪🇸 El material rudi necesita procesamiento.
🇬🇷 Το ακατέργαστο υλικό χρειάζεται επεξεργασία.
🇪🇸 La madera rudi no está lista para usar.
🇬🇷 Το ακατέργαστο ξύλο δεν είναι έτοιμο για χρήση.
|
teknisk |