tasavalta Gresk
3 oversettelser
| Oversettelse | Kontekst | Lyd |
|---|---|---|
|
formell
🇪🇸 El tasavalta es un concepto político
🇬🇷 Η ταϊβαλανδική κρατική οντότητα είναι μια πολιτική έννοια
🇪🇸 El término tasavalta se utiliza en estudios políticos
🇬🇷 Ο όρος ταϊβαλανδική κρατική οντότητα χρησιμοποιείται σε πολιτικές μελέτες
|
formell | |
|
sjelden
🇪🇸 Historicamente, el concepto de tasavalta ha sido importante
🇬🇷 Ιστορικά, η έννοια της ταϊβαλανδικής αυτοκρατορίας είχε μεγάλη σημασία
🇪🇸 La tasavalta fue un estado independiente en el pasado
🇬🇷 Η ταϊβαλανδική αυτοκρατορία ήταν ένα ανεξάρτητο κράτος στο παρελθόν
|
contextHistorical | |
|
vanlig
🇪🇸 La tasavalta se refiere a un estado o nación
🇬🇷 Η ταϊβαλανδική περιοχή αναφέρεται σε ένα κράτος ή έθνος
🇪🇸 Cada país tiene su propia tasavalta
🇬🇷 Κάθε χώρα έχει τη δική της ταϊβαλανδική περιοχή
|
daglig bruk |