ackumulator Gresk
4 oversettelser
| Oversettelse | Kontekst | Lyd |
|---|---|---|
|
vanlig
🇸🇪 Jag laddade ackumulatorn
🇬🇷 Έβαλα σε φόρτιση τη μπαταρία
🇸🇪 Ackumulatorn fungerar inte längre
🇬🇷 Η μπαταρία δεν λειτουργεί πλέον
|
teknisk | |
|
sjelden
🇸🇪 Ackumulatorn lagrar elektrisk energi
🇬🇷 Ο συλλέκτης ενέργειας αποθηκεύει ηλεκτρική ενέργεια
🇸🇪 Forskare studerar ackumulatorn
🇬🇷 Οι ερευνητές μελετούν τον συλλέκτη ενέργειας
|
vitenskapelig | |
|
vanlig
🇸🇪 Jag köpte en ny ackumulator till min bil
🇬🇷 Έχω αγοράσει μια καινούρια μπαταρία για το αυτοκίνητό μου
🇸🇪 Behöver du en ackumulator för din telefon?
🇬🇷 Χρειάζεσαι μπαταρία για το τηλέφωνό σου;
|
daglig bruk | |
|
sjelden
🇸🇪 Ackumulatorn är en viktig del av energilagringssystemet
🇬🇷 Ο αποθηκευτής ενέργειας αποτελεί σημαντικό μέρος του συστήματος αποθήκευσης ενέργειας
🇸🇪 Teknologin för ackumulatorer utvecklas snabbt
🇬🇷 Η τεχνολογία των αποθηκών ενέργειας εξελίσσεται γρήγορα
|
formell |