identitet Gresk
4 oversettelser
| Oversettelse | Kontekst | Lyd |
|---|---|---|
|
vanlig
🇸🇪 Din identitet är viktig för oss
🇬🇷 Η ταυτότητά σου είναι σημαντική για εμάς
🇸🇪 Polisen bad om att få se hans identitet
🇬🇷 Η αστυνομία ζήτησε να δει την ταυτότητά του
|
formell | |
|
sjelden
🇸🇪 Boken utforskar författarens identitet
🇬🇷 Το βιβλίο εξερευνά την αυτοπροσωπογραφία του συγγραφέα
🇸🇪 I dikten försöker poeten uttrycka sin inre identitet
🇬🇷 Στο ποίημα προσπαθεί ο ποιητής να εκφράσει την εσωτερική του ταυτότητα
|
litterær | |
|
vanlig
🇸🇪 Han kände att hans identitet förändrades
🇬🇷 Ένιωσε ότι η ταυτότητά του άλλαζε
🇸🇪 Att hitta sin identitet kan ta tid
🇬🇷 Το να βρεις την ταυτότητά σου μπορεί να πάρει χρόνο
|
daglig bruk | |
|
sjelden
🇸🇪 Forskningen fokuserar på identitet och subjektivitet
🇬🇷 Η έρευνα εστιάζει στην ταυτότητα και την υποκειμενικότητα
🇸🇪 Begreppet identitet är centralt i sociala vetenskaper
🇬🇷 Η έννοια της ταυτότητας είναι κεντρική στις κοινωνικές επιστήμες
|
akademisk |