vanilj Gresk
4 oversettelser
| Oversettelse | Kontekst | Lyd |
|---|---|---|
|
vanlig
🇸🇪 Jag gillar vaniljglass
🇬🇷 Μου αρέσει το παγωτό βανίλια
🇸🇪 Den här kakan smakar vanilj
🇬🇷 Αυτή η τούρτα έχει γεύση βανίλια
|
daglig bruk | |
|
formell
🇸🇪 Vaniljsås är ofta smaksatt med vanilj
🇬🇷 Η κρέμα βανίλιας συχνά αρωματίζεται με βανίλιες
🇸🇪 Vaniljextrakt används i bakning
🇬🇷 Το εκχύλισμα βανίλιας χρησιμοποιείται στο ψήσιμο
|
teknisk | |
|
sjelden
🇸🇪 Doften av vanilj fyller rummet
🇬🇷 Η μυρωδιά της βανίλιας γεμίζει το δωμάτιο
🇸🇪 Desserten hade en subtil vaniljarom
🇬🇷 Το επιδόρπιο είχε μια διακριτική μυρωδιά βανίλιας
|
litterær | |
|
vanlig
🇸🇪 Jag vill ha vaniljglass
🇬🇷 Θέλω παγωτό βανίλια
🇸🇪 Denna kaka är med vanilj
🇬🇷 Αυτή η τούρτα είναι με βανίλια
|
for barn |