kokpit Gresk
3 oversettelser
| Oversettelse | Kontekst | Lyd |
|---|---|---|
|
vanlig
🇨🇿 Pilot sedí v kokpitu letadla.
🇬🇷 Ο πιλότος κάθεται στο πιλότος του αεροπλάνου.
🇨🇿 Kokpit letadla je vybaven moderními přístroji.
🇬🇷 Το πιλότος του αεροπλάνου είναι εξοπλισμένο με σύγχρονα όργανα.
|
teknisk | |
|
teknisk
🇨🇿 Kokpit letadla je malý a útulný.
🇬🇷 Ο χώρος χειριστηρίου του αεροπλάνου είναι μικρός και άνετος.
🇨🇿 Bezpečnost v kokpitu je prioritou.
🇬🇷 Η ασφάλεια στον χώρο χειριστηρίου είναι προτεραιότητα.
|
teknisk | |
|
vanlig
🇨🇿 Kokpit se také nazývá kabina pilota.
🇬🇷 Η καμπίνα πιλότου ονομάζεται επίσης πιλοτήριο.
🇨🇿 V kokpitu jsou všechny ovládací prvky.
🇬🇷 Στην καμπίνα πιλότου βρίσκονται όλα τα χειριστήρια.
|
standard språk |