park Gresk
3 oversettelser
| Oversettelse | Kontekst | Lyd |
|---|---|---|
|
vanlig
🇨🇿 Rádi chodíme do parku.
🇬🇷 Μας αρέσει να πηγαίνουμε στο πάρκο.
🇨🇿 Děti si hrají v parku.
🇬🇷 Τα παιδιά παίζουν στο πάρκο.
|
daglig bruk | |
|
vanlig
🇨🇿 Zaparkoval jsem auto na parkovišti.
🇬🇷 Πάρκαρα το αυτοκίνητο στο πάρκινγκ.
🇨🇿 Kde je nejbližší parkoviště?
🇬🇷 Πού είναι το πιο κοντινό πάρκινγκ;
|
daglig bruk | |
|
vanlig
🇨🇿 Potřebujeme větší parkoviště pro nové zaměstnance.
🇬🇷 Χρειαζόμαστε μεγαλύτερο πάρκινγκ για τους νέους υπαλλήλους.
🇨🇿 Plánujeme vybudovat podzemní parkoviště.
🇬🇷 Σχεδιάζουμε να κατασκευάσουμε υπόγειο πάρκινγκ.
|
teknisk |