peroxid Gresk
4 oversettelser
| Oversettelse | Kontekst | Lyd |
|---|---|---|
|
vanlig
🇨🇿 Peroxid je chemická sloučenina.
🇬🇷 Το υπεροξείδιο είναι μια χημική ένωση.
🇨🇿 V laboratoři používají peroxid vodíku.
🇬🇷 Στο εργαστήριο χρησιμοποιούν υπεροξείδιο του υδρογόνου.
|
vitenskapelig | |
|
vanlig
🇨🇿 Peroxid vodíku je známý jako υπεροξείδιο του υδρογόνου.
🇬🇷 Το υπεροξείδιο του υδρογόνου είναι γνωστό ως υπεροξείδιο.
🇨🇿 Používá se v medicíně jako υπεροξείδιο για dezinfekci ran.
🇬🇷 Χρησιμοποιείται στην ιατρική ως υπεροξείδιο για αποστείρωση τραυμάτων.
|
vitenskapelig | |
|
vanlig
🇨🇿 Peroxid se používá jako bělící prostředek.
🇬🇷 Το υπεροξείδιο χρησιμοποιείται ως λευκαντικό.
🇨🇿 Na zuby používají peroxid jako bělící prostředek.
🇬🇷 Χρησιμοποιούν υπεροξείδιο για λεύκανση δοντιών.
|
daglig bruk | |
|
sjelden
🇨🇿 Peroxid je chemická látka s oxidačním účinkem.
🇬🇷 Το υπεροξείδιο είναι μια χημική ουσία με οξειδωτικές ιδιότητες.
🇨🇿 V chemii studujeme peroxid jako látku s oxidačními vlastnostmi.
🇬🇷 Στη χημεία μελετούμε το υπεροξείδιο ως ουσία με οξειδωτικές ιδιότητες.
|
formell |